Εθισμός στα ναρκωτικά: Ένα ευαίσθητο και περίπλοκο θέμα.

Ο εθισμός στα ναρκωτικά, που ονομάζεται επίσης διαταραχή χρήσης ουσιών, είναι μια ασθένεια που επηρεάζει τον εγκέφαλο και τη συμπεριφορά ενός ατόμου. Οδηγεί σε αδυναμία ελέγχου της χρήσης μιας νόμιμης ή παράνομης ουσίας ή φαρμάκου. Εθιστικές ουσίες που άνθρωποι χρησιμοποιούν καθημερινά όπως αλκοόλ και νικοτίνη θεωρούνται επίσης ναρκωτικά. Ένα εθισμένο άτομο συνεχίζει να κάνει χρήση της ουσίας παρά τη βλάβη που του προκαλεί.

Η χρήση ουσιών μπορεί να ξεκινήσει με την πειραματική χρήση μιας ευκαιριακής, περιστασιακής, ψυχαγωγικής ουσίας σε κοινωνικές περιστάσεις. Άλλες φορές, ο εθισμός σε ουσίες μπορεί να ξεκινήσει με την έκθεση σε συνταγογραφούμενα φάρμακα ή τη λήψη φαρμάκων από έναν φίλο ή συγγενή που έχει συνταγογραφηθεί το φάρμακο. Είναι επίσης σύνηθες η χρήση να ξεκινάει από τη προτροπή μιας παρέας, ή από συναισθηματικούς/ψυχολογικούς παράγοντες.

Ο κίνδυνος εθισμού και το πόσο γρήγορα ένα άτομο μπορεί να εξαρτηθεί από την ουσία, έχει να κάνει με τη βιοχημεία και το νευρικό σύστημα του ατόμου αλλά και με την ουσία καθ’ αυτή. Ορισμένα φάρμακα για παράδειγμα, όπως παυσίπονα με οπιοειδή, έχουν υψηλότερο κίνδυνο και προκαλούν εθισμό ταχύτερα από άλλα φάρμακα. Σημαντικό ρόλο επίσης παίζει το περιβάλλον στο οποίο βρίσκεται το άτομο αλλά και η γονιδιακή του προδιάθεση.

Καθώς ο χρόνος περνάει, το άτομο χρειάζεται μεγαλύτερες δόσεις της ουσίας για να καταφέρει τη πρώτη ευφορία (high). Το άτομο πλέον χρειάζεται την ουσία για να νιώσει καλά και να αποφύγει τα συμπτώματα στέρησης. Καθώς η χρήση της ουσίας αυξάνεται, το άτομο διαπιστώνει ότι είναι όλο και πιο δύσκολο να βρίσκεται «στεγνό» . Οι προσπάθειες διακοπής της χρήσης ναρκωτικών μπορεί να προκαλέσουν έντονη επιθυμία για την ουσία, σωματική αδιαθεσία και συμπτώματα στέρησης.

Ένα άτομο εθισμένο σε ουσίες χρειάζεται βοήθεια από γιατρό, την οικογένεια, τους φίλους, από ομάδες υποστήριξης ή ένα οργανωμένο πρόγραμμα θεραπείας για να ξεπεραστεί ο εθισμός και να παραμείνει χωρίς υποτροπές.

Κριτήρια διαταραχής χρήσης ουσιών

Οι διαταραχές χρήσης ουσιών καλύπτουν μια μεγάλη ποικιλία προβλημάτων και η διάγνωση παρέχεται από τα παρακάτω κριτήρια:

  • Λαμβάνοντας την ουσία σε μεγαλύτερες ποσότητες ή για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από ό,τι αρχικά επιθυμεί το άτομο.
  • Απώλεια ελέγχου της χρήσης ουσιών, χωρίς να μπορεί το άτομο να διακόψει τη πρόσληψη.
  • Το άτομο ξοδεύει αρκετό χρόνο για τη λήψη, χρήση ή ανάκτηση από τη χρήση της ουσίας.
  • Συνεχόμενη επιθυμία και ανάγκη για την ουσία.
  • Κοινωνικά προβλήματα καθώς και εργασιακές/ σχολικές δυσκολίες λόγω χρήσης ουσιών.
  • Κοινωνικά ή διαπροσωπικά προβλήματα που σχετίζονται με τη χρήση: Συνεχής χρήση, ακόμα και όταν προκαλεί προβλήματα στις σχέσεις ή συγκρούσεις με άλλους.
  • Παραίτηση από σημαντικές κοινωνικές, επαγγελματικές ή ψυχαγωγικές δραστηριότητες λόγω χρήσης ουσιών.
  • Επαναλαμβανόμενη χρήση ουσιών ακόμα και όταν θέτουν το ίδιο άτομο ή άλλους σε κίνδυνο (οδήγηση, αμέλεια παιδιών κλπ).
  • Συνεχής χρήση, ακόμα και όταν το άτομο γνωρίζει ότι έχει ένα φυσιολογικό ή ψυχολογικό πρόβλημα που θα μπορούσε να προκληθεί ή να επιδεινωθεί από την ουσία.
  • Το άτομο επιθυμεί περισσότερη/ αυξημένη ουσία για να βιώσει τη πρώτη ευφορία (ανάπτυξη ανοχής).
  • Ανάπτυξη συμπτωμάτων στέρησης, τα οποία μπορούν να απαλλαγούν από τη λήψη της ουσίας.

Για να διαγνωστεί ένα άτομο με διαταραχή χρήσης ουσιών πρέπει να πληρούνται δύο ή περισσότερα από αυτά τα κριτήρια εντός περιόδου 12 μηνών. Εάν πληρούνται δύο ή τρία κριτήρια, υπάρχει μια ήπια διαταραχή χρήσης ουσιών. Τα τέσσερα έως πέντε θεωρούνται μέτρια και εάν πληρούνται έξι ή περισσότερα κριτήρια, τότε το άτομο έχει μια σοβαρή διαταραχή χρήσης ουσιών.

Τύποι διαταραχών χρήσης ουσιών

Οι έξι πιο συνήθεις διαταραχές χρήσης ουσιών περιλαμβάνουν:

  • Διαταραχή της χρήσης αλκοόλ
  • Διαταραχή χρήσης νικοτίνης
  • Διαταραχή χρήσης κάνναβης
  • Διαταραχή χρήσης διεγερτικών ουσιών
  • Διαταραχή χρήσης παραισθησιογόνων
  • Διαταραχή χρήσης οπιοειδών

Αλλαγές στον Εγκέφαλο

Οι εθιστικές ουσίες προκαλούν αλλαγές στη βιοχημεία και τη λειτουργία του εγκεφάλου, ιδιαίτερα στο κύκλωμα ανταμοιβής και στις εκτελεστικές λειτουργίες του εγκεφάλου (λήψη αποφάσεων, παρορμητικότητα, προσοχή, μνήμη κλπ.).

Όταν ένα άτομο λαμβάνει μια ουσία, τότε απελευθερώνεται ντοπαμίνη στον εγκέφαλο. Η ντοπαμίνη είναι ένας νευροδιαβιβαστής- ένα ‘χημικό μήνυμα’ το οποίο μεταφέρεται μέσω των νευρώνων του εγκεφάλου- και είναι υπεύθυνη στο να αισθανόμαστε κίνητρο και ανταμοιβή. Με άλλα λόγια η ντοπαμίνη μας κινητοποιεί να επιδιώξουμε την ανταμοιβή. Στη περίπτωση των ναρκωτικών, ένα άτομο βιώνει ανταμοιβή μέσω της ουσίας και αυτό προκαλεί στον εγκέφαλο να επιδιώξει να ξαναπάρει την ουσία για να βιώσει πάλι την ίδια ικανοποίηση.

Δυστυχώς ή ευτυχώς, ο οργανισμός μας είναι φτιαγμένος για να κρατάει μια ισορροπία. Αυτή η ισορροπία ονομάζεται ομοιόσταση. Την ομοιόσταση τη συναντάμε στη θερμοκρασία του σώματος μας, στα επίπεδα γλυκόζης, πίεση, pH κλπ. Το σώμα μας λοιπόν προσπαθεί πάντοτε να διατηρήσει μια κατάσταση ισορροπίας. Με τον ίδιο τρόπο λειτουργεί και στην διέγερση από τη ναρκωτική ουσία. Ας πάρουμε για παράδειγμα ένα άτομο το οποίο είναι εθισμένο σε οπιοειδή (π.χ. ηρωίνη):  ένας χρήστης ηρωίνης, ενεργοποιεί διαρκώς τους υποδοχείς οπιοειδών για να αποκτήσει ευφορία (high). Για να διατηρήσει ο εγκέφαλος την ισορροπία και να ρυθμίσει τη συνεχόμενη διέγερση από την ηρωίνη, αναγκάζεται να μειώσει τους υποδοχείς οπιοειδών με αποτέλεσμα το άτομο να βιώνει όλο και λιγότερη ευφορία (highs).

Το ίδιο παρατηρούμε και με τη ντοπαμίνη: λόγω της αυξημένης λειτουργίας του ντοπαμινεργικού κυκλώματος στον εγκέφαλο, αυτό καταλήγει στο να αυξάνεται η επιθυμία για την ουσία δραστικά. Όταν το ντοπαμινεργικό σύστημα ενισχύεται όλο και περισσότερο, τότε αποδυναμώνονται οι λειτουργίες του προμετωπιαίου φλοιού, οι οποίες σχετίζονται με τους φραγμούς, τη προσοχή, την αυτοσυγκράτηση κλπ. Το άτομο πλέον αντιμετωπίζει δυσκολίες στη καθημερινή ζωή (σχολείο/ εργασία, προσωπικές σχέσεις κλπ) και βιώνει ελάχιστο κίνητρο για να αντιμετωπίσει τη καθημερινότητα. 

Παράλληλα, συναντάμε σε άτομο με εθισμό σε ουσίες μια ιδιαίτερη παρορμητικότητα/ έλλειψη ελέγχου που οφείλεται στο ότι ο εγκέφαλος αδυνατεί να διατηρήσει τις κατάλληλες αναστολές συμπεριφοράς. Βρίσκουμε επίσης μειωμένες αποδόσεις σε γνωσιακές λειτουργίες όπως η βραχυπρόθεσμη μνήμη και η ικανότητα προσοχής.

Αιτίες

Όπως σε διάφορες διαταραχές ψυχικής υγείας, αρκετοί παράγοντες μπορούν να συμβάλουν στην ανάπτυξη του εθισμού στα ναρκωτικά. Οι κυριότεροι παράγοντες είναι:

Γενετική: Μόλις το άτομο αρχίσει να λαμβάνει μια ουσία, η εξέλιξη του εθισμού μπορεί να επηρεαστεί από κληρονομικά (γενετικά) χαρακτηριστικά, τα οποία μπορεί να καθυστερήσουν ή να επιταχύνουν την εξέλιξη του εθισμού και της νόσου.

Περιβάλλον: Οι περιβαλλοντικοί παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων των πεποιθήσεων και των στάσεων της οικογένειας και της έκθεσης σε μία ομάδα ατόμων (παρέα, φίλοι κλπ.) που ενθαρρύνει τη χρήση ναρκωτικών, φαίνεται ότι παίζουν ρόλο στην αρχική χρήση ναρκωτικών.

Ψυχική Υγεία: Πολλές φορές ο εθισμός σε ουσίες είναι ένα σύμπτωμα το οποίο καλύπτει άλλες ψυχικές διαταραχές του ατόμου. Με άλλα λόγια το άτομο μπορεί να έχει ψυχιατρική συννοσηρότητα με άλλες διαταραχές. Πολλά από τα άτομα που αναπτύσσουν εθισμό σε ουσίες συνήθως έχουν ψυχιατρική διάγνωση με άλλες διαταραχές, αλλά και αντιστρόφως πολλά άτομα με ψυχιατρικές διαταραχές μπορεί να αναπτύξουν εθισμό σε ουσίες. Είναι δύσκολο να καθορίσουμε ποια διαταραχή προκαλεί ποια.  Υπολογίζεται ότι πάνω από το 60% των εφήβων σε κοινοτικά προγράμματα θεραπείας διαταραχών χρήσης ουσιών, πληρούν επίσης διαγνωστικά κριτήρια για μια άλλη ψυχική ασθένεια. Έρευνες δείχνουν μια σημαντική συσχέτιση της διαταραχής εθισμού ουσιών με γενικευμένη αγχώδη διαταραχή, διαταραχή πανικού, και μετατραυματική αγχώδη διαταραχή (PTSD). Επίσης, ερευνητικά αποτελέσματα δείχνουν πως η διαταραχή εθισμού ουσιών φαίνεται να συνυπάρχει με κατάθλιψη, διπολική διαταραχή, διαταραχή ελλειμματικής προσοχής-υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ), ψύχωση, οριακή διαταραχή προσωπικότητας, και αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας. Φαίνεται πως οι ασθενείς με σχιζοφρένεια έχουν υψηλότερα ποσοστά εθισμού σε αλκοόλ, νικοτίνη και διαταραχών χρήσης ναρκωτικών από ό, τι ο γενικός πληθυσμός.

Νεολαία- Ένας ευάλωτος πληθυσμός

Παρόλο που η χρήση ναρκωτικών και ο εθισμός μπορεί να συμβεί οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της ζωής ενός ατόμου, η χρήση ναρκωτικών ξεκινά συνήθως στην εφηβεία, μια περίοδο που εμφανίζονται συνήθως τα πρώτα σημάδια ψυχικής ασθένειας. Η συννοσηρότητα με άλλες ψυχικές διαταραχές μπορούν επίσης να παρατηρηθούν μεταξύ των νέων. Κατά τη μετάβαση σε νεαρή ενηλικίωση (ηλικία 18 έως 25 ετών), τα άτομα με ψυχιατρική συννοσηρότητα χρειάζονται συντονισμένη στήριξη και κατεύθυνση σε ενδεχόμενες αγχωτικές αλλαγές στην εκπαίδευση, την εργασία και τις σχέσεις τους.

Η χρήση ναρκωτικών και οι διαταραχές της ψυχικής υγείας στην εφηβεία αυξάνουν τον μεταγενέστερο κίνδυνο. Ο εγκέφαλος συνεχίζει να αναπτύσσεται κατά τη διάρκεια της εφηβείας. Τα κυκλώματα του εγκεφάλου που ελέγχουν τις εκτελεστικές λειτουργίες όπως η λήψη αποφάσεων και ο έλεγχος των παρορμήσεων είναι μεταξύ των τελευταίων που ωριμάζουν, γεγονός που ενισχύει την ευπάθεια στη χρήση ναρκωτικών και την ανάπτυξη μιας διαταραχής χρήσης ουσιών.

Η πρώιμη χρήση ναρκωτικών είναι ένας ισχυρός παράγοντας κινδύνου για την μετέπειτα ανάπτυξη της διαταραχής χρήσης ουσιών. Αποτελεί επίσης παράγοντα κινδύνου για την μεταγενέστερη εμφάνιση άλλων ψυχικών ασθενειών. Ωστόσο, αυτός ο δεσμός δεν είναι απαραίτητα αιτιολογικός και μπορεί να αντανακλά τους κοινούς παράγοντες κινδύνου, συμπεριλαμβανομένης της γενετικής ευπάθειας, των ψυχοκοινωνικών εμπειριών ή / και των γενικών περιβαλλοντικών επιρροών. Για παράδειγμα, η συχνή χρήση μαριχουάνας κατά τη διάρκεια της εφηβείας μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο ψύχωσης κατά την ενηλικίωση, ειδικά σε άτομα που φέρουν προδιάθεση ή μια συγκεκριμένη παραλλαγή γονιδίου.

Είναι επίσης αλήθεια ότι η ψυχική διαταραχή στην εφηβεία μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο μεταγενέστερης χρήσης ναρκωτικών και της ανάπτυξης διαταραχής χρήσης ουσιών. Ορισμένες έρευνες έχουν διαπιστώσει ότι η ψυχική ασθένεια μπορεί να προηγηθεί μιας διαταραχής της χρήσης ουσιών, γεγονός που υποδηλώνει ότι η καλύτερη διάγνωση της ψυχικής νόσου των νέων μπορεί να συμβάλει στη πρόληψη χρήσης ουσιών.

Έρευνες επίσης δείχνουν μια συσχέτιση μεταξύ της μητρικής συναισθηματικής παραμέλησης με τον εθισμό. Έρευνες σε νεογνούς αρουραίους που μεγάλωσαν χωρίς τη μητέρα τους έδειξαν πως οι αρουραίοι φάνηκαν να έχουν αυξημένα επίπεδα στρες στην ενήλικη ζωή τους, όπως επίσης αυξημένη ευαισθησία σε ψυχοδιεγερτικά (π.χ. κοκαΐνη) και αυξημένη ευπάθεια στον εθισμό.

Οι έρευνες δείχνουν ότι ορισμένα ψυχικά, συναισθηματικά και συμπεριφορικά προβλήματα μεταξύ των νέων μπορούν να αποφευχθούν ή να μετριαστούν σημαντικά με παρεμβάσεις πρόληψης. Οι παρεμβάσεις αυτές μπορούν να συμβάλουν στη μείωση των επιπτώσεων των παραγόντων κινδύνου για διαταραχές χρήσης ουσιών και άλλες ψυχικές ασθένειες.

Επιπρόσθετοι παράγοντες κινδύνου για ανάπτυξη εθισμού περιλαμβάνουν:

  • Πρόωρο και χρόνιο άγχος
  • Ψυχικό τραύμα
  • Δυσάρεστες εμπειρίες παιδικής ηλικίας
  • Μητρική κατάθλιψη
  • Παιδική κακοποίηση και συναισθηματική παραμέληση
  • Φτωχή γονική επίβλεψη
  • Παρέα με άτομα με αποκλίνουσα συμπεριφορά
  • Γονική στέρηση
  • Φτωχής ποιότητας σχολεία
  • Γονική ανεργία
  • Περιορισμένη υγειονομική περίθαλψη
  • Επικίνδυνα και αγχώδη περιβάλλοντα

Θεραπεία

Η θεραπεία διαταραχής χρήσης ουσιών γίνεται με ειδικούς ψυχικής υγείας. Η θεραπεία γίνεται είτε ομαδική, είτε οικογενειακή, είτε ατομική. Επιπλέον υπάρχουν διάφοροι δημόσιοι φορείς οι οποίοι ειδικεύονται σε θέματα εθισμού. Συνήθως στη διάρκεια θεραπείας το άτομο ακολουθεί κάποια φαρμακευτική αγωγή ώστε να βοηθήσει στην απόσυρση της ουσίας και να απαλύνει τα συμπτώματα στέρησης.

Η θεραπεία στοχεύει στην ενίσχυση γνωσιακών, συμεριφορικών και διαπροσωπικών δεξιοτήτων του ατόμου ώστε να αποκτήσει μεγαλύτερη ψυχική ανθεκτικότητα και υγιείς τρόπους αντιμετώπισης.

Πρόληψη

Η εφαρμογή προγραμμάτων και πρακτικών που μειώνουν τους παράγοντες κινδύνου και αυξάνουν την ψυχική ανθεκτικότητα του ατόμου μπορεί να συμβάλει στη μείωση τόσο των διαταραχών της χρήσης ουσιών όσο και άλλων ψυχικών ασθενειών.

Άλλες παρεμβάσεις τονίζουν την ενίσχυση προστατευτικών παραγόντων για την ανάπτυξη της ευημερίας των νέων όπως επίσης και την παροχή εργαλείων για την επεξεργασία των συναισθημάτων και την αποφυγή συμπεριφορών με αρνητικές συνέπειες. Βασικοί παράγοντες προστασίας περιλαμβάνουν τα υποστηρικτικά οικογενειακά, σχολικά και κοινοτικά περιβάλλοντα:

  • Προγράμματα και κατάλληλη ενημέρωση σε σχολεία, εκπαιδευτικούς, γονείς και παιδιά.
  • Ψυχοεκπαίδευση σε θέματα χρήσης ουσιών και ψυχικής υγείας.
  • Υποστηρικτικά περιβάλλοντα για παιδιά με γονείς που πάσχουν από διαταραχή χρήσης ουσιών.
  • Προώθηση αυτοπεποίθησης και αυτό-εικόνας του παιδιού
  • Κατάλληλη γονική υποστήριξη που να στηρίζει τις ανάγκες του παιδιού
  • Κατάλληλη σχολική υποστήριξη
  • Ισχυρά κοινωνικά δίκτυα
  • Ψυχολογική υποστήριξη
  • Ισορροπημένος τρόπος ζωής (άθληση, διατροφή, ψυχαγωγία)
  • Προώθηση έκφρασης συναισθημάτων μέσω της τέχνης

Συμβουλές προς τους γονείς

Επικοινωνήστε: Συζητήστε με τα παιδιά σας σχετικά με τους κινδύνους χρήσης και κατάχρησης ναρκωτικών. Δείξτε τους με έναν ενεργό τρόπο τις αρνητικές επιπτώσεις των ουσιών στην σωματική και ψυχική υγεία. Παρέχετε τους τη κατάλληλη εκπαίδευση γύρω από θέματα ψυχικής υγείας. Αναπτύξτε τους γερά θεμέλια επικοινωνίας δίχως κριτική ώστε να μη διστάζουν να σας μιλήσουν.

Ακούστε: Να είστε ενεργοί ακροατές όταν τα παιδιά σας μιλούν για την πίεση που δέχονται από τους συμμαθητές ή τους φίλους τους και να υποστηρίζετε τις προσπάθειές τους να αντισταθούν. Ακούστε τα παιδιά σας ακόμη και όταν η επικοινωνία τους δεν είναι λεκτική (στάση του σώματος, οπτική επαφή κλπ.).

Δείτε: Να βλέπετε ενεργά τη συμπεριφορά των παιδιών σας. Να δίνεται σημασία στο πώς αισθάνονται και να δίνεται αξία στα συναισθήματα και τις σκέψεις τους δίχως να τα αγνοείτε.

Ορίστε ένα καλό παράδειγμα: Μην κάνετε κατάχρηση αλκοόλ ή εθιστικών φαρμάκων. Τα παιδιά των γονέων που κάνουν κατάχρηση ναρκωτικών ή φαρμάκων διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο εθισμού. Δώστε ένα υγιές πρότυπο στα παιδιά σας ώστε να μπορέσουν να το ακολουθήσουν. Δείξτε τους υγιείς τρόπους αντιμετώπισης του άγχους και της θλίψης.

Ενίσχυση του δεσμού γονέα- παιδιού: Εργαστείτε για τη σχέση σας με τα παιδιά σας. Ένας ισχυρός, σταθερός δεσμός ανάμεσα σε εσάς και το παιδί σας θα μειώσει τον κίνδυνο του παιδιού σας να κάνει χρήση ναρκωτικών. Ένας γερός και ισχυρός δεσμός μεταξύ γονέα και παιδιού μπορεί να το προστατέψει από την εκδήλωση ψυχικών διαταραχών αλλά και από τον εθισμό σε ουσίες. Ένας γονέας που προσφέρει σταθερότητα, σεβασμό, αποδοχή και ασφάλεια στο παιδί μπορεί να λειτουργήσει ως μια φυσική προστασία από το άγχος.

Δουλέψτε τα προσωπικά σας θέματα σε θεραπεία: ποτέ ένα παιδί δε φταίει που αναπτύσσει συγκεκριμένες συμπεριφορές και συναισθήματα. Τα παιδιά καθρεφτίζουν τα συναισθήματα και τις συμπεριφορές των γονέων, τα εσωτερικεύουν και δημιουργούν έτσι την αυτοεικόνα τους και την εικόνα που έχουν για τον κόσμο.

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η χρήση ουσιών σχετίζεται άμεσα με τη ψυχική μας υγεία. Ένα άτομο που κάνει χρήση ναρκωτικών είναι πολύ πιθανό να χρησιμοποιεί την ουσία ως μια διαφυγή από τη πραγματικότητα. Η χρήση σχετίζεται και με την αυτό-εικόνα του ατόμου αλλά και με τον τρόπο που έχει μάθει να σχετίζεται με τους γύρω του. Πολλές φορές τα άτομα αυτά βιώνουν κοινωνική απομόνωση και μοναξιά. Είναι επίσης σημαντικό να προωθούμε ένα υποστηρικτικό περιβάλλον και να στοχεύουμε στη πρόληψη και τη ψυχική ανθεκτικότητα των νέων ατόμων. Τέλος, ας θυμόμαστε ότι ένα άτομο που εθίζεται σε ουσίες κουβαλάει μια ιστορία πίσω του που εμπλέκει ένα ολόκληρο σύστημα: οικογένεια, γονίδια, περιβάλλον, κοινωνία.  

Βιβλιογραφία:

Conway KP, Compton W, Stinson FS, Grant BF. Lifetime comorbidity of DSM-IV mood and anxiety disorders and specific drug use disorders: results from the National Epidemiologic Survey on Alcohol and Related Conditions. J Clin Psychiatry. 2006;67(2):247-257

Harstad E, Levy S, Abuse C on S. Attention-Deficit/Hyperactivity Disorder and Substance Abuse. Pediatrics. 2014;134(1):e293-e301. doi:10.1542/peds.2014-0992.

Hser YI, Grella CE, Hubbard RL, et al. An evaluation of drug treatments for adolescents in 4 US cities. Arch Gen Psychiatry. 2001;58(7):689-695.

Hunt GE, Siegfried N, Morley K, Sitharthan T, Cleary M. Psychosocial Interventions for People With Both Severe Mental Illness and Substance Misuse. Schizophr Bull. 2014;40(1):18-20. doi:10.1093/schbul/sbt160.

Flórez-Salamanca L, Secades-Villa R, Budney AJ, García-Rodríguez O, Wang S, Blanco C. Probability and predictors of cannabis use disorders relapse: Results of the National Epidemiologic Survey on Alcohol and Related Conditions (NESARC). Drug Alcohol Depend. 2013;132(0):127-133. doi:10.1016/j.drugalcdep.2013.01.013.

Pennay A, Cameron J, Reichert T, et al. A systematic review of interventions for co-occurring substance use disorder and borderline personality disorder. J Subst Abuse Treat. 2011;41(4):363-373. doi:10.1016/j.jsat.2011.05.004.

Sinha R. Chronic Stress, Drug Use, and Vulnerability to Addiction. Ann N Y Acad Sci. 2008;1141:105-130. doi:10.1196/annals.1441.030.

Strathearn L, Mayes LC. Cocaine addiction in mothers: potential effects on maternal care and infant development. Annals of the New York Academy of Sciences. 2010;1187(1):1–183

Torrens M, Rossi PC, Martinez-Riera R, Martinez-Sanvisens D, Bulbena A. Psychiatric co-morbidity and substance use disorders: treatment in parallel systems or in one integrated system? Subst Use Misuse. 2012;47(8-9):1005-1014. doi:10.3109/10826084.2012.663296.

Please follow and like us:

Μπορεί επίσης να σας αρέσει...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *